|
|
|
|
|
ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ
|
|
conventus, ο (αρσ.)
(σύνοδος ή συναγωγή): Στις επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ο όρος αναφερόταν στις συναντήσεις των κατοίκων σε συγκεκριμένα μέρη με σκοπό την απόδοση δικαιοσύνης. Τα μέρη αυτά ορίζονταν από τον πραίτορα (praetor) ή τον ανθύπατο (proconsul) κάθε επαρχίας. Προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία, η επαρχία διαιρούνταν σε περιφέρειες, καθεμία από τις οποίες ονομαζόταν conventus, forum ή jurisdictio. Οι Ρωμαίοι πολίτες που διέμεναν σε μια επαρχία υπό τη δικαιοδοσία του ανθύπατου, και εφόσον είχαν υποθέσεις να διευθετήσουν σε conventus, έπρεπε να παρουσιαστούν εκεί.
|
κοινό, το
Με τον όρο κοινό χαρακτηρίζουμε κάθε ομοσπονδιακή οργάνωση πόλεων κατά την Αρχαιότητα.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|